cailloutis

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
cailloutis cailloutis

cailloutis (fr) αρσενικό

  1. χαλικόστρωμα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: caillou