Μετάβαση στο περιεχόμενο

cake

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
cake cakes

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /keɪk/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

cake (en)

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
cake cakes

cake (fr) αρσενικό