τούρτα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : τοῦρτα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τούρτα τούρτες
γενική τούρτας (τουρτών)
αιτιατική τούρτα τούρτες
κλητική τούρτα τούρτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τούρτα < ελληνιστική κοινή τοῦρτα < λατινική torta (panis), θηλυκό του tortus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος torqueo < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *terkʷ (στρέφω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τούρτα θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]