τούρτα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | τούρτα | οι | τούρτες |
| γενική | της | τούρτας | των | (τουρτών) |
| αιτιατική | την | τούρτα | τις | τούρτες |
| κλητική | τούρτα | τούρτες | ||
| Κατηγορία όπως «νότα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- τούρτα < ελληνιστική κοινή τοῦρτα < λατινική torta (panis), θηλυκό του tortus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος torqueo < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *terkʷ (στρέφω)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τούρτα θηλυκό
- (γαστρονομία) γλυκό με βασικά συστατικά αλεύρι, ζάχαρη, αβγά και λάδι ή βούτυρο, συχνά με άλλα πρόσθετα όπως φρούτα, που φτιάχνεται στο φούρνο· σερβίρεται ειδικά σε γενέθλια, ονομαστικές γιορτές κ.λπ.
- ※ Αυτή η γκανάς σοκολάτας είναι η τελειότερη κρέμα που μπορείτε να φτιάξετε: λεία, βελούδινη, σταθερή και γεμάτη πλούσια σοκολατένια γεύση. Ιδανική για γέμιση, επικάλυψη, αλλά και για κορμούς και τούρτες. (Γκανάς σοκολάτας (Ganache) για επικάλυψη κορμού και τούρτας, ανακτήθηκε στις 12/11/2025, argiro.gr )
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
τούρτα στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] τούρτα
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νότα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με δύσχρηστη γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Μετοχές παθητικού παρακειμένου (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γαστρονομία (νέα ελληνικά)
- Γλυκά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)