τούρτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τούρτα τούρτες
γενική τούρτας (τουρτών)
αιτιατική τούρτα τούρτες
κλητική τούρτα τούρτες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

τούρτα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

τούρτα θηλυκό

  1. γλυκό με βασικά συστατικά αλεύρι, ζάχαρη, αυγά και λάδι ή βούτυρο, συχνά με άλλα πρόσθετα όπως φρούτα, που φτιάχνεται στο φούρνο· σερβίρεται ειδικά σε γενέθλια, ονομαστικές γιορτές κλπ.

32πχ Μεταφράσεις[]