ケーキ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία ja

[επεξεργασία]
ケーキ < (άμεσο δάνειο) αγγλική cake

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ケーキ (ja)

γραφή
kanji  ケーキ 
rōmaji kēki
  1. τούρτα
    ケーキを食べたい! (kēki wo tabetai!) Θέλω να φάω τούρτα!
  2. κέικ