canardeau

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
canardeau canardeaux

canardeau (fr) αρσενικό

  1. το παπάκι, το μικρό της πάπιας, πιο μεγάλο σε ηλικία από το caneton

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: canard