canny

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

canny (en)

  1. προσεκτικός, συνετός
  2. οξυδερκής, ικανός