capsulaire

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
capsulaire capsulaires

capsulaire (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (βοτανική) που έχει μορφή κάψουλας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: capsule