Μετάβαση στο περιεχόμενο

carabiniere

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
carabiniere carabinieri

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
carabiniere < carabina (< γαλλική carabin) + -iere

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

carabiniere (it)