catholic

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Catholic

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

catholic (en)

  • καθολικός (που περιλαμβάνει τα πάντα, που αναφέρεται σε όλη την ανθρωπότητα)

Συνώνυμα[επεξεργασία]