Μετάβαση στο περιεχόμενο

universal

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός universal
συγκριτικός more universal
υπερθετικός most universal

Επίθετο

[επεξεργασία]

universal (en)

  • παγκόσμιος, καθολικός, γενικός, που γίνεται από ή ασχολείται με όλους τους ανθρώπους στον κόσμο ή σε μια συγκεκριμένη ομάδα
    παράδειγμα  English is a universal language.
    Τα αγγλικά είναι μια παγκόσμια γλώσσα.
    παράδειγμα  Justice is a universal demand of humanity.
    Η δικαιοσύνη είναι καθολικό αίτημα της ανθρωπότητας.
    παράδειγμα  Universal insurance aims to protect the health of the entire population.
    Η γενική ασφάλιση αποβλέπει στην προστασία της υγείας όλου του πληθυσμού.



Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
universal universales

Επίθετο

[επεξεργασία]

universal (es)

  1. παγκόσμιος
  2. καθολικός, γενικός



Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
universal universais

Επίθετο

[επεξεργασία]

universal (pt)

  1. παγκόσμιος
  2. καθολικός, γενικός