caudal

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό caudal caudals
θηλυκό caudale caudales

caudal (fr)

  1. ουραίος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

  1. ουραίος
  2. σχετικός με το πίσω μέρος, ραχιαίος, νωτιαίος