cendrillon

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Cendrillon

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
cendrillon cendrillons

cendrillon (fr) θηλυκό

  1. (παρωχημένο) νεαρή κοπέλα που αναγκάζεται να ασχολείται με τις πιο βαριές δουλειές ενός σπιτικού

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: cendre