chœur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

chœur < λατινική chorus < αρχαία ελληνική χορός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kœʁ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

chœur (fr) αρσενικό

  1. (εκκλησιαστική) χορωδία
  2. χορός, μέρος στην εκκλησία όπου στέκεται η χορωδία
  3. ιερό