Μετάβαση στο περιεχόμενο

chopper

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
chopper choppers

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
chopper < chop + -er

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

chopper (en)

  1. (λαϊκότροπο) το ελικόπτερο
     συνώνυμα: helicopter
  2. τσόπερ