circle
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| circle | circles |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]circle (en)
- (γεωμετρία) ο κύκλος
A circle has three hundred sixty degrees.
- Ένας κύκλος έχει τριακόσιες εξήντα μοίρες.
- ο κύκλος, ομάδα ανθρώπων με τα ίδια ενδιαφέροντα
This circle of young creators represented the contemporary artistic trends.
- Αυτός ο κύκλος των νέων δημιουργών εκπροσωπούσε τις σύγχρονες καλλιτεχνικές τάσεις.
They move in the best circles.
- Κινούνται στην καλύτερη κοινωνία.
Πηγές
[επεξεργασία]- circle - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 448-449. ISBN 9780194325684., λήμμα: κινώ