circle

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en)[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
circle circles

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

circle (en)

  1. (γεωμετρία) ο κύκλος
  2. ομάδα ανθρώπων με τα ίδια ενδιαφέροντα
    They move in the best circles.
    Κινούνται στην καλύτερη κοινωνία.

Πηγές[επεξεργασία]