clearing

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈklɪə.ɹɪŋ/ (βρετανικό)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

clearing (en)

  1. ξέφωτο
  2. (οικονομία) κλίρινγκ

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

clearing (en)

  • μετοχή ενεστώτα του ρήματος clear