Μετάβαση στο περιεχόμενο

collaboration

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
collaboration collaborations

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

collaboration (en)

  1. (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η συνεργασία, η σύμπραξη, η ενέργεια του συνεργάζομαι μαζί με άλλο άνθρωπο ή ομάδα ανθρώπων για τη δημιουργία κάτι
    παράδειγμα  Collaboration with well-known architects was very useful.
    Η συνεργασία του με γνωστούς αρχιτέκτονες ήταν πολύ χρήσιμη.
    παράδειγμα  Their collaboration was effortless and natural, as if they had been working together for years.
    Η συνεργασία τους ήταν άκοπη και φυσική, σαν να συνεργάζονταν για χρόνια.
    παράδειγμα  Collaboration between the two companies led to significant innovation.
    Η σύμπραξη των δύο εταιρειών οδήγησε σε σημαντική καινοτομία.
  2. η συνεργασία, η σύμπραξη, το έργο που παράγεται από τους συνεργάτες
    παράδειγμα  He sent in his collaboration to the newspaper.
    Έστειλε τη συνεργασία του στην εφημερίδα.
    παράδειγμα  The collaboration between the researchers led to new discoveries.
    Η σύμπραξη μεταξύ των ερευνητών οδήγησε σε νέες ανακαλύψεις.
  3. η σύμπραξη με τον κατακτητή, δωσιλογισμός

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

collaboration (fr)

  1. η συνεργασία, η συμπαράταξη, η σύμπραξη
  2. η συνεργασία προδοτικής φύσης με τον κατακτητή, ο δωσιλογισμός

Συγγενικά

[επεξεργασία]