collaboration
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| collaboration | collaborations |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]collaboration (en)
- (μετρήσιμο και μη μετρήσιμο) η συνεργασία, η σύμπραξη, η ενέργεια του συνεργάζομαι μαζί με άλλο άνθρωπο ή ομάδα ανθρώπων για τη δημιουργία κάτι
Collaboration with well-known architects was very useful.
- Η συνεργασία του με γνωστούς αρχιτέκτονες ήταν πολύ χρήσιμη.
Their collaboration was effortless and natural, as if they had been working together for years.
- Η συνεργασία τους ήταν άκοπη και φυσική, σαν να συνεργάζονταν για χρόνια.
Collaboration between the two companies led to significant innovation.
- Η σύμπραξη των δύο εταιρειών οδήγησε σε σημαντική καινοτομία.
- η συνεργασία, η σύμπραξη, το έργο που παράγεται από τους συνεργάτες
He sent in his collaboration to the newspaper.
- Έστειλε τη συνεργασία του στην εφημερίδα.
The collaboration between the researchers led to new discoveries.
- Η σύμπραξη μεταξύ των ερευνητών οδήγησε σε νέες ανακαλύψεις.
- η σύμπραξη με τον κατακτητή, δωσιλογισμός
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη collaborate
Πηγές
[επεξεργασία]
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]collaboration (fr)
- η συνεργασία, η συμπαράταξη, η σύμπραξη
- η συνεργασία προδοτικής φύσης με τον κατακτητή, ο δωσιλογισμός