collaborate
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | collaborate |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | collaborates |
| αόριστος | collaborated |
| παθητική μετοχή | collaborated |
| ενεργητική μετοχή | collaborating |
Ρήμα
[επεξεργασία]collaborate (en)
- (αμετάβατο) συνεργάζομαι με κάποιον για να παράγω ή να πετύχω κάτι
Many scientists will collaborate on that project.
- Πολλοί επιστήμονες θα συνεργαστούν σ' αυτό το πρόγραμμα.
We are collaborating to write a dictionary.
- Συνεργαζόμαστε στη συγγραφή ενός λεξικού.
- ≈ συνώνυμα: work together, band together, come together, cooperate, join forces, pull together και team up
- (αμετάβατο, κακόσημο) συνεργάζομαι, βοηθώ τον εχθρό που έχει καταλάβει τη χώρα μου κατά τη διάρκεια ενός πολέμου
Anyone who collaborates with the enemy will…
- Όποιος συνεργαστεί με τον εχθρό θα…
Those who collaborate with the enemy are traitors to the country.
- Όσοι συνεργάζονται με τον εχθρό είναι προδότες της πατρίδας.