comb
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| comb | combs |
comb (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | comb |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | combs |
| αόριστος | combed |
| παθητική μετοχή | combed |
| ενεργητική μετοχή | combing |
comb (en)
- (μεταβατικό) χτενίζω, ξεμπερδεύω και τακτοποιώ τα μαλλιά με χτένα
I am combing my hair.
- Χτενίζω τα μαλλιά μου.
You didn’t comb your hair well.
- Δε χτενίστηκες καλά.
Tomorrow I’m going to get my hair combed. (κυριολεκτική μετάφραση)./Tomorrow I’m going to get my hair done. (πιο συνηθισμένο)
- Αύριο θα πάω να χτενιστώ.
combed hair - χτενισμένα μαλλιά
Your hair needs combing.
- Τα μαλλιά σου θέλουν χτένισμα.
- (μεταβατικό και αμετάβατο) χτενίζω, ερευνώ εξονυχιστικά
We are combing the house for the wallet.
- Χτενίζουμε το σπίτι για το πορτοφόλι.