τσατσάρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσατσάρα τσατσάρες
γενική τσατσάρας (τσατσαρών)
αιτιατική τσατσάρα τσατσάρες
κλητική τσατσάρα τσατσάρες
μια τσατσάρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσατσάρα < βενετική zazzara

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσατσάρα θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

  • χτένα το πετενί =τσατσάρα =χτένα (Ζάκυνθος χωριά ρίζας)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]