combat boot

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
combat boot combat boots

Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

combat boot (en)