αρβύλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: άρβυλα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αρβύλα οι αρβύλες
      γενική της αρβύλας των αρβυλών
    αιτιατική την αρβύλα τις αρβύλες
     κλητική αρβύλα αρβύλες
Παράρτημα:Ουσιαστικά
Ένα ζευγάρι αρβύλες

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αρβύλα < αρχαία ελληνική ἀρβύλη

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αρβύλα θηλυκό

  1. στρατιωτική μπότα
  2. (σκωπτικό) χοντροκαμωμένο παπούτσι

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]