ράδιο αρβύλα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Πολυλεκτικός όρος
[επεξεργασία]ράδιο αρβύλα ουδέτερο
- (προφορικό) είδηση, μάλλον ανυπόστατη, που προέρχεται από ανεπίσημη ή αναξιόπιστη πηγή
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] ράδιο αρβύλα