communion

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

communion (en)

  1. η ψυχική ταύτιση, η μέθεξη
  2. (χριστιανισμός) η (θεία) κοινωνία