ταύτιση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ταύτιση ταυτίσεις
γενική ταύτισης
& ταυτίσεως
ταυτίσεων
αιτιατική ταύτιση ταυτίσεις
κλητική ταύτιση ταυτίσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ταύτιση < καθαρεύουσα ταύτισις < ταυτίζω + -σις/-ση

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ταύτιση θηλυκό

  1. η ενέργεια με την οποία κάποιος ταυτίζει κάποιον/κάτι με κάποιον/κάτι άλλο· το να είναι ή να θεωρείται ή να αναγνωρίζεται κάτι ως ίδιο με κάτι άλλο
    οι δύο πλευρές διαπίστωσαν την ταύτιση των επιδιώξεών τους
    Η ταύτιση του κάλλους µε το αγαθό στην Ελληνική λογοτεχνία. Ένας πολιτισµικός κώδικας (τίτλος άρθρου του Ερατοσθένη Καψωμένου, καθηγητή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων)
  2. το να ταυτίζεται συναισθηματικά κάποιος με κάποιον άλλον, να μπαίνει στη θέση του και να μοιράζεται τα συναισθήματά του
    η ταύτιση του αναγώστη με τον κεντρικό ήρωα του μυθιστορήματος
  3. το να αναγνωρίζει κάποιος ότι ανήκει σε ένα ευρύτερο σύνολο και ενστερνίζεται τους στόχους του
    η ταύτιση των οπαδών με την ποδοσφαιρική τους ομάδα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]