complimentary

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

complimentary (en)

  1. κολακευτικός, επαινετικός
    complimentary letters
  2. δωρεάν
    the bartender offered everyone a complimentary drink