consomptible

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
consomptible consomptibles

consomptible (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. (νομικός όρος) που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί χωρίς να καταστραφεί ή να φθαρεί

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]