continental

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

continental (en)

  1. ηπειρωτικός
  2. που αναφέρεται στην ηπειρωτική Ευρώπη σε αντίθεση με την Αγγλία



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό continental continentaux
θηλυκό continentale continentales

continental (fr)

  1. ηπειρωτικός