converge

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

converge (en)

  1. συνέρχομαι, συγκεντρώνομαι (για ανθρώπους που συμμετέχουν σε μια συγκέντρωση)
  2. (μαθηματικά) τείνω σε ένα όριο