copal

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
copal < (άμεσο δάνειο) ισπανική copal < νάουατλ

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kɔpal/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

copal (fr) αρσενικό