ρητίνη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : ῥητίνη, ρετσίνι

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ρητίνη ρητίνες
γενική ρητίνης ρητινών
αιτιατική ρητίνη ρητίνες
κλητική ρητίνη ρητίνες
φυσική ροή ρητίνης
συλλογή ρητίνης με τεχνητή ροή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ρητίνη < ῥητίνη (< προελληνική)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ρητίνη θηλυκό

  1. παχύρρευστη και κολλώδης ουσία που εκκρίνεται με φυσικό τρόπο από τον φλοιό κυρίως των κωνοφόρων δέντρων, στα σημεία που υπάρχουν φυσικά ή τεχνητά ανοίγματα
    Εναλλακτικές μορφές: ρετσίνι
  2. κάθε όμοια παχύρρευστη χημική ουσία με ειδική επεξεργασία που χρησιμοποιείται στη βιομηχανία, π.χ. στην κατασκευή πλαστικών υλών, βαφών, βερνικιών κ.λπ.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]