coprire

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

coprire (it)

  1. καλύπτω, σκεπάζω την κατσαρόλα να μην μπουν μύγες