corporatisme

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
corporatisme corporatismes

corporatisme (fr) αρσενικό

  1. (οικονομία) θεωρία που βασίζει την οικονομική και κοινωνική οργάνωση στην συντεχνιακή δομή των επαγγελμάτων
  2. συντεχνιακή αντίληψη

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]