Μετάβαση στο περιεχόμενο

costituzione

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
costituzione costituzioni

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

costituzione (it) θηλυκό

  1. (νομικός όρος) το σύνταγμα
  2. η σύσταση
  3. η σύνθεση