courier

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

courier (en)

  1. αγγελιοφόρος
  2. πρόσωπο που φροντίζει και οδηγεί ξένους, τουρίστες· ξεναγός