τουρίστας
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /tuˈɾi.stas/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : του‐ρί‐στας
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]τουρίστας αρσενικό (θηλυκό τουρίστρια)
- αυτός που ταξιδεύει για ευχαρίστηση ή διακοπές κι όχι για δουλειά
- ※ Τα μεσημέρια είχε δουλειά μόνο τα καλοκαίρια που έρχονταν οι τουρίστες. (⌘ Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη, [μυθιστόρημα], 1987)
- ※ Ύστερα έδωσε εξετάσεις και πήρε το δίπλωμα του κυβερνήτου και αμέσως ανέλαβε τη διακυβέρνηση μιας ιδιόκτητης επαγγελματικής θαλαμηγού, που τη νοικιάζει σε τουρίστες για κρουαζιέρες στο Αιγαίο. (Γιώργος Κόμης, Ο Πειραιάς και οι άνθρωποί του: 1901-2001, εκδ. Ιωλκός, 2002, σελ. 316)
- ο περιηγητής, ο ταξιδιώτης
Συγγενικά
[επεξεργασία]Συνώνυμα
[επεξεργασία]αλλά και
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ τουρίστας - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'γαλαξίας' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ς (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)