τουρίστας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τουρίστας τουρίστες
γενική τουρίστα τουριστών
αιτιατική τουρίστα τουρίστες
κλητική τουρίστα τουρίστες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τουρίστας < αγγλική tourist ή γαλλική touriste < tour, γύρος, περιήγηση + -ίστας

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /tu.'ɾi.stas/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τουρίστας αρσενικό

  • αυτός που ταξιδεύει για ευχαρίστηση ή διακοπές κι όχι για δουλειά
    Τα μεσημέρια είχε δουλειά μόνο τα καλοκαίρια που έρχονταν οι τουρίστες. (Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη)
  • ο περιηγητής, ο ταξιδιώτης

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

αλλά και

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]