cynk

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

cynk 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cynk (pl) αρσενικό

  1. (χημεία) ο ψευδάργυρος, ο τσίγκος
  2. (μεταφορικά) πληροφορία, συνήθως απόρρητη ή εμπιστευτική