τσίγκος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική τσίγκος τσίγκοι
γενική τσίγκου τσίγκων
αιτιατική τσίγκο τσίγκους
κλητική τσίγκε τσίγκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

τσίγκος < ιταλική zinco < γαλλική zinc < γερμανική Zink < μέση άνω γερμανική zinke < παλαιά άνω γερμανική zinko < πρωτογερμανική *tindaz (αιχμή, κορυφή) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(e)dont- (δόντι, προεξοχή)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

τσίγκος αρσενικό

  1. ο ψευδάργυρος
  2. (συνεκδοχικά) λαμαρίνα από κράμα που περιέχει ψευδάργυρο ή έχει επικάλυψη ψευδαργύρου
  3. (τυπογραφία) τυπογραφική πλάκα που χρησιμοποιείται στις μεθόδους όφσετ η οποία παλαιότερα παρασκευάζονταν από ψευδάργυρο
  4. (τυπογραφία) (κατ’ επέκταση) μονάδα χρέωσης τυπογραφικών εργασιών

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]