dé
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| dé | dés |
dé (fr) αρσενικό
- το ζάρι
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Παράγωγα
[επεξεργασία]
Παλαιά γαλλικά (fro)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- dé < (κληρονομημένο) λατινική deus
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]dé αρσενικό
- άλλη μορφή του deu (θεός)
Πηγές
[επεξεργασία]- dé - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé