déambulatoire
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| déambulatoire | déambulatoires |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]déambulatoire (fr) αρσενικό
- διάδρομος γύρω από το χοροστάσιο εκκλησίας
| ενικός | πληθυντικός |
| déambulatoire | déambulatoires |
déambulatoire (fr) αρσενικό