Μετάβαση στο περιεχόμενο

déambulatoire

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
déambulatoire déambulatoires

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

déambulatoire (fr) αρσενικό