décapotable
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| décapotable | décapotables |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- décapotable < décapot(er) + -able → δείτε τη λέξη capot
Επίθετο
[επεξεργασία]décapotable (fr) αρσενικό ή θηλυκό
- του οποίου το κάλυμμα μπορεί να αφαιρεθεί
- (για αυτοκίνητα) που έχει πτυσσόμενη οροφή (κουκούλα)
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↴ νέα ελληνικά: ντεκαποτάμπλ