Μετάβαση στο περιεχόμενο

décapotable

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
décapotable décapotables

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
décapotable < décapot(er) + -able → δείτε τη λέξη capot

Επίθετο

[επεξεργασία]

décapotable (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. του οποίου το κάλυμμα μπορεί να αφαιρεθεί
  2. (για αυτοκίνητα) που έχει πτυσσόμενη οροφή (κουκούλα)
    ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↴ νέα ελληνικά: ντεκαποτάμπλ