πτυσσόμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική πτυσσόμενος πτυσσόμενη πτυσσόμενο
γενική πτυσσόμενου πτυσσόμενης πτυσσόμενου
αιτιατική πτυσσόμενο πτυσσόμενη πτυσσόμενο
κλητική πτυσσόμενε πτυσσόμενη πτυσσόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική πτυσσόμενοι πτυσσόμενες πτυσσόμενα
γενική πτυσσόμενων πτυσσόμενων πτυσσόμενων
αιτιατική πτυσσόμενους πτυσσόμενες πτυσσόμενα
κλητική πτυσσόμενοι πτυσσόμενες πτυσσόμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

πτυσσόμενος < μετοχή μέσου ενεστώτα του πτύσσω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

πτυσσόμενος -η -ο

  • που μπορεί με κατάλληλο μηχανισμό να διπλωθεί ή να συμπτυχθεί ώστε να αποκτήσει μικρότερο όγκο και να αποθηκευτεί ευκολότερα
πτυσσόμενες καρέκλες

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]