déposer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

déposer 

Ρήμα[επεξεργασία]

déposer (fr)

  1. αφήνω κάτι κάτω
  2. καταθέτω (χρήματα στην τράπεζα)
  3. ακουμπώ