dérisoire

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
dérisoire dérisoires

dérisoire (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. εξευτελιστικός, γελοίος
    prix dérisoire - εξευτελιστική τιμή

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]