désaxé
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- désaxé < désaxer
Επίθετο
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | désaxé | désaxés |
| θηλυκό | désaxée | désaxées |
désaxé (fr)
- που δεν βρίσκεται στην κανονική του κατάσταση, τρελός