désinvolture

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

désinvolture < → δείτε τις λέξεις désinvolte και -ure

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /de.zɛ̃.vɔl.tyʁ/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

désinvolture (fr) θηλυκό

  1. η αφέλεια τρόπων
  2. η επιπολαιότητα, αδιαφορία