Μετάβαση στο περιεχόμενο

dar

Από Βικιλεξικό

Βοσνιακά (bs)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dar (bs)



Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

dar (es)



Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /dar/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dar (pl) αρσενικό

  1. το δώρο
  2. η δωρεά

Συγγενικά

[επεξεργασία]



Ρουμανικά (ro)

[επεξεργασία]

Σύνδεσμος

[επεξεργασία]

dar (ro)



Σλοβακικά (sk)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dar (sk) αρσενικό

  • dar - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025



Τσεχικά (cs)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

dar (cs) αρσενικό

  1. το δώρο
  2. η δωρεά

Συγγενικά

[επεξεργασία]