Μετάβαση στο περιεχόμενο

deodorant

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
deodorant deodorants

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

deodorant (en)