despierto

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ισπανικά (es) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

despierto (es)

  1. άγρυπνος, ξύπνιος

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

despierto (es)

  1. α΄πρόσωπο ενικού οριστικής ενεστώτα του despertar