dialogue

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

dialogue (en)

  1. ο διάλογος (η συζήτηση)
  2. ο διάλογος σε ένα θεατρικό ή κινηματογραφικό έργο
  3. ο διάλογος, λογοτεχνικό είδος

Δείτε επίσης[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

dialogue 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
dialogue dialogues

dialogue (fr) αρσενικό

  1. ο διάλογος